Σινταρτα – Ερμαν Εσσε

Δεν θυμάμαι άλλο βιβλίο που να με απορρόφησε τόσο πολύ. Με ρούφηξε ολοκληρωτικά από τη πρώτη σελίδα. Γινόντουσαν τόσα πράγματα στο μυαλό μου ταυτόχρονα – συσχετισμοί του πρωταγωνιστή με τον εαυτό μου, προσπάθεια για κατανόηση, αντίληψη της κατάστασης, κα. Σιγά σιγά το μυαλό μου όμως ησύχασε, έπαψε και κυριολεκτικά ήταν σαν να κούρνιασε στη φωλιά που έψαχνε – σαν πολλά ζώα που δεν ηρεμούν αν δεν βρουν ακριβώς το μέρος και τη στάση που θέλουν.

Ούτε μπορούσα να διανοηθώ την επερχόμενη διαδοχή των γεγονότων κι αυτό το υπέροχο ταξίδι. Κάθε λεπτό ήμουν ένα με τον Σιντάρτα, ήμουν ο Σιντάρτα – ένιωθα τους προβληματισμούς, τις ανησυχίες και κυρίως τις ανάγκες του. Ξέρω τι είναι να ξυπνάς κάθε μέρα και να αισθάνεσαι ένα κενό, κάθε φορά που βρίσκεις ένα καταφύγιο στον κόσμο των ιδεών μέσα από έναν λογισμό, να ακούς αυτή τη σιγανή αλλά σίγουρη φωνή να λέει μέσα σου: «Αύριο αυτό μπορεί να μην σου αρκεί». Και πάντα έχει δίκιο, και πάλι κάθε μέρα ξεκινάω από το μηδέν.

Έφυγε από το σπίτι του κι άφησε τους δικούς του, πήγε στους Σαμάνους να βρει τις απαντήσεις. Σε τρία χρόνια όμως, παρότι έχτισε πάνω στο «ιερό» του τρίπτυχο της νηστείας, της υπομονής και της σκέψης, δεν βρήκε αυτό που ουσιαστικά έψαχνε. Και ύστερα από τον πνευματικό θρίαμβό του απέναντι στον δάσκαλό του, έφυγε μαζί με τον φίλο του για να βρουν τον φωτισμένο, τον Βούδα.

Κι έτσι έγινε. Ο φίλος του αφιερώθηκε ολοκληρωτικά σε αυτόν, αλλά ο Σιντάρτα αρκέστηκε περισσότερο σε μία συζήτηση – ή, καλύτερα, σε έναν μονόλογό. Είμαι σίγουρος πως ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί μίλησε με τον φωτισμένο – για να έρθει επιτέλους σε επαφή με κάποιον που έφτασε εκεί που κανείς άλλος δεν το κατάφερε, για να τον αντικρούσει εξηγώντας γιατί δεν μπορεί να τον ακολουθήσει; Ο φωτισμένος όμως ήξερε, κι αρκέστηκε σε απλές απαντήσεις και ευχές.

Ύστερα, κενό. Η μετάβαση ίσως στο επόμενο στάδιο, η εισαγωγή στη διάμετρο του νέου κύκλου, που καθόλου τυχαία δεν έγινε μέσω του βαρκάρη αν δεν κάνω λάθος. Μπήκε στη κοινωνία, εισήλθε στην ανθρωπότητα, στον κόσμο των «θνητών». Κι ως Σαμάνος, ως ημίθεος, αναμάρτητος, καθαρός κι ελεύθερος από τις αλυσίδες των παθών, τον κατέκτησε με ευκολία. Γνώρισε τον έρωτα, τη σάρκα και τον οίνο. Έμαθε το παιχνίδι της καθημερινής ζωής κι άκουσε τις σειρήνες του πλούτου. Και παρότι στην αρχή ήταν ψηλά και δεν έμπαινε στον βούρκο, όπως είναι φυσικό κάποια στιγμή αφομοιώθηκε. Έγινε θνητός, αμαρτωλός, άνθρωπος. Το σώμα του έχασε την άγρια χάρη του και η μαλθακότητα κυριάρχησε στο νου του. Δεν άντεξε άλλο όμως κι έφυγε. Έφυγε ακόμη μία φορά από τον εαυτό του.

Καταφύγιό του πάντα η Φύση, η αγνότητα και η μήτρα ταυτόχρονα. Αγκάλιασε πρώτη φορά ουσιαστικά τον θάνατο, σιχάθηκε τον εαυτό του. Κι όμως, αναγεννήθηκε.

Και ύστερα, βρήκε πάλι τον βαρκάρη, το ποτάμι και την αλήθεια. Άρχισε για πρώτη φορά να ακούει, να αφουγκράζεται και να μη προσπαθεί. Να αγκαλιάζει τα μηνύματα του κόσμου και να ακούει τη λαλιά της ζωής. Να έχει τον φωτισμένο δίπλα του και να τον καταλαβαίνει σιγά σιγά, να τον αποδέχεται. Να συνειδητοποιεί τον βαθύτερο αντίλαλο του Ομ.

Και η ζωή κάνει πάλι τον κύκλο της. Βρίσκει το σπλάχνο του, το παιδί του, τον εαυτό του, βρίσκει την αγάπη. Συναντά τον φόβο, την τρομακτικότερη ανησυχία, τη πιο λυσσασμένη αγωνία. Για πρώτη φορά χάνει τον έλεγχο, τον παρασέρνει σαν σκύλο η αγάπη – κι όχι οποιαδήποτε αγάπη, αλλά αυτή που φτάνει ως τη καρδιά της καρδιάς – την αγάπη δίχως ανταπόκριση.

Απορρίπτεται από τον ίδιο του τον εαυτό, από το ίδιο του το αίμα. Ζει τον απόλυτο εξευτελισμό, γεύεται το πιο πικρό κώνειο, που δεν σκοτώνει απλώς τη ζωή, αλλά δίνει ζωή στον θάνατο. Ο κόσμος όλος, το σύμπαν, η Φύση, ο Θεός ο ίδιος δεν έχουν σημασία. Χάνεται και πάλι.

Τώρα πλέον δεν έχει τίποτα. Μέχρι και το τελευταίο λείψανο του Εγώ του κατασπαράχτηκε αβυσσαλέα από το θηρίο της ζωής, το οποίο άφησε μονάχα τη ψυχή του εκτεθειμένη στον ήλιο. Δεν έχει προσδοκίες, δεν έχει καν κουράγιο να ψάξει να βρει αυτό έψαχνε. Είναι τόσο κενός που δεν χωράει άλλο κενό μέσα του. Τότε όμως, γίνεται.

Βυθίζεται η ύπαρξη του στη φώτιση, βλέπει πρώτη φορά τους ήχους και ακούει τις μορφές της ζωής. Μιλάει με το νερό, το ποτάμι, το αρχέγονο σύμβολο της ροής, τον πιο καθαρό καθρέπτη του θεού. Μιλάει για πρώτη φορά με τον βαρκάρη, και για τελευταία. Το μέλλον και το παρελθόν συμπιέζονται με δύναμη Τιτάνων και για πρώτη φορά στάζει πάνω του το αιθέριο έλαιο του παρόντος. Είναι ζωντανός, είναι αληθινός, είναι το σήμερα, το άσπρο και το μαύρο, είναι η ένωση, είναι ο Θεός. Είναι ο καθρέπτης – μπορεί για πρώτη φορά να ακούσει και να γελάσει.

Είναι ο Σιντάρτα.

 

Βιογραφία Έρμαν Έσσε
Ο Έρμαν Έσσε ήταν Γερμανός λογοτέχνης. Ο Έσσε γεννήθηκε στο Καλβ (Calw) της Βυρτεμβέργης στη Γερμανία το 1877. Ξεκίνησε να εργάζεται ως βιβλιοπώλης και, παράλληλα, συνέγραφε. Έγινε γρήγορα γνωστός με τα ποιήματα και τα μυθιστορήματά του. Το 1904 δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα, Πήτερ Κάμεντσιντ. Το 1946 τιμήθηκε με το βραβείο Γκαίτε και το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας και το 1955 με το βραβείο Ειρήνης του Γερμανικού Συνδέσμου Εμπορίας Βιβλίων. Απεβίωσε στις 9 Αυγούστου του 1962.

4 thoughts on “Σινταρτα – Ερμαν Εσσε

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s