Τα παθη του νεαρου Βερθερου – Γιοχαν Βολφγκανγκ Γκαιτε

Γραμμένο το 1774 από τον εικοσιτετράχρονο Γκαίτε, το εν λόγω μυθιστόρημα είναι πολύ κοντά σε προσωπικές εμπειρίες που είχε ο ίδιος ο συγγραφέας. Η αποδοχή του ήταν σχεδόν καθολική από τον κόσμο της εποχής και μπορούμε να πούμε πως αποτελεί εισαγωγή στην εποχή του «συναισθήματος» στον χώρο του πεζού λόγου. Παρόλα αυτά, ο Γκαίτε αργότερα στη ζωή του, όντας πιο ώριμος, το απομυθοποίησε ουκ ολίγες φορές χαρακτηρίζοντάς το ως «πυροτέχνημα» ― γεγονός που ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν υποβιβάζει την τεράστια αξία του.

Πρωταγωνιστής είναι ο νεαρός Βέρθερος: ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα της νεανικής ψυχής και της ολοκληρωτικής υποταγής στον έρωτα που γνώρισε ποτέ ο λογοτεχνικός κόσμος. Τον γνωρίζουμε μέσα από επιστολές που φαίνεται ο ίδιος να συντάσσει ως προς κάποιον Βίλχελμ. Η δομή της γραφής και του λόγου πάντως εξυπηρετούν ένα είδος εσωτερικού μονολόγου, που ταυτόχρονα είναι κατευθυνόμενος άμεσα προς τον αναγνώστη, καταφέρνοντας ως εκ τούτου μία μοναδική συναισθηματική σύνδεση. 

«Η ανθρώπινη ζωή είναι ένα όνειρο.»

Στην αρχή παρατηρούμε την αγνή και καθαρή ψυχή του Βέρθερου. Το μυαλό του είναι καθαρό, η καρδιά του παρθένα και τα μάτια του αιχμαλωτίζουν κάθε στάλα ευτυχίας τριγύρω του. Όλοι τον αγαπούν για το αιθέριο πνεύμα του και την αγνότητά του. Είναι σε θέση να εκτιμήσει όλες τις πτυχές της ζωής θετικά και να αποδεχτεί τη πραγματικότητα ως ένα υπέροχο δώρο του Θεού. Είναι ουσιαστικά ευτυχισμένος, μέσω μίας εσωτερικής γαλήνης που είναι ανεξάρτητη από τον εξωτερικό κόσμο. Θα μπορούσε κανείς να πει πως αυτή η απόλυτη αγνότητα και καθαρότητα της ύπαρξής του αποτέλεσαν την αιτία που αιχμαλωτίστηκε τόσο ολοκληρωτικά στα δίχτυα του έρωτα ― η «πνευματική σάρκα» του ήταν τόσο μαλθακή που διαπεράστηκε δίχως τη παραμικρή αντίσταση από τα κόκκινα βέλη, που έφτασαν μέχρι το κέντρο του είναι του. 

«Αν η καρδιά μας ήταν έτοιμη να δεχτεί το καλό που μας στέλνει κάθε μέρα ο Θεός, θα είχαμε αρκετή δύναμη για να υπομείνουμε το κακό, όταν μας παρουσιάζεται.»

Στη ζωή του ξαφνικά μπαίνει η Λότε, η ενσάρκωση της ομορφιάς, η Αφροδίτη. Οι περιγραφές της είναι συγκινητικές, εύστοχες και ουσιαστικές όσο λίγες, και καταφέρνουν να αποδώσουν λεκτικά σε πρωτοφανές βαθμό τον μεγαλειώδες πυρήνα του ερωτικού πόθου. Κάθε της κίνησης φέρει τη πνοή της θείας χάρης, τα λαχταριστά της χείλη φαντάζουν καταρράχτες ηδονής, τα μαύρα της μάτια λάμπουν τις ακτίνες της ευτυχίας, σε κάθε άγγιγμά της βιώνεται η ολοκλήρωση. 

Αμέσως υπάρχει χημεία ανάμεσα στους δύο. Γνωρίζονται, χορεύουν, μιλάνε, γίνονται αυθόρμητα ο ένας στοιχείο της καθημερινότητας του άλλου. Η επαφή του Βέρθερου με το συναίσθημα του έρωτα είναι μεν συνταρακτικό, αλλά και συνάμα γλυκό. Δεν υπάρχει ένταση, αλλά περισσότερο νάρκωση ― η συνείδησή του εξανεμίζεται τόσο αργά από τον ψυχικό βρασμό που ο τραγικός ήρωας δεν αντιλαμβάνεται την καθολική υποταγή του μέχρι να είναι αργά. 

«Την αποχαιρέτησα, ζητώντας της την άδεια να την ξαναδώ την ίδια μέρα. Δέχτηκα, και τη ξαναείδα ― από τότε ήλιος, φεγγάρια, αστέρια, μπορούν να πηγαίνουν όπου τους αρέσει: για εμένα πλέον ο κόσμος έχει χαθεί.»

Με τη πάροδο του χρόνου, η σχέση γίνεται πιο στενή, όμως η ύπαρξη του Άμπερτ, του άντρα που είναι λογοδοσμένη η Λότε, μπλοκάρει οποιοδήποτε ενδεχόμενο ουσιαστικής ερωτικής σύνδεσης. Αυτό βέβαια δεν πτοεί καθόλου τον Βέρθερο, του οποίου η επαφή και μόνο με την Λότε του επαρκεί για να γεμίζει τη ζωή του με θείο νέκταρ και ευτυχία. Οι συζητήσεις τους, οι βόλτες τους, το παίξιμό της στο πιάνο, το εξωπραγματικό και μόνο βλέμμα της είναι υπεραρκετό ― κι ο Άλμπερτ αποδέχεται τη κατάσταση, δίχως να εμπλέκεται. 

Ο εσωτερικός κοχλασμός του Βέρθερου ωστόσο αρχίζει να παίρνει διαστάσεις ηφαιστείου. Η γαλήνη έχει χαθεί πλέον σχεδόν ολοκληρωτικά, και δυσκολεύεται να διαχειριστεί τα συναισθήματα και την ύπαρξή του. Η ευτυχία αποτελεί πλέον όλο και περισσότερο ανάμνηση, με την ανησυχία να εγκαθίσταται στο θρόνο της καθημερινότητάς του. Τα πράγματα που κάποτε του έφερναν χαρά στη καρδιά, είτε τοπία, είτε καταστάσεις, πλέον του φαίνονται κενά. Είναι αλήθεια πως το κέντρο του είναι του πλέον μετατοπίζεται έξω από αυτόν, και κατευθύνεται μέσα στο στήθος και τα σπλάχνα της Λότε. 

«Τι είναι για τη καρδιά μας ο κόσμος χωρίς έρωτα! Ό,τι ένα μαγικό φανάρι δίχως φως!»

Διατηρεί ωστόσο κάπως τα λογικά του, και προσπαθεί να βρει διέξοδο. Πιάνει μία δουλειά, που ωστόσο δεν τον ευχαριστεί, και συναναστρέφεται με κόσμο που του είναι αποκρουστικός. Για την αλήθεια, οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο άσχημοι και αντιπαθητικοί γι’ αυτόν. Εν τέλει, παρατάει τη δουλειά του, μιας και δεν του μένει πλέον μυαλό για τις καθημερινές υποχρεώσεις της ζωής. 

Ο πόθος του πλέον ξεφεύγει τα όρια όχι μόνο της λογικής, αλλά και της ανθρώπινης φύσης. Ο έρωτάς του αποκτάει μυθικές διαστάσεις, τόσο απόλυτες και καθολικές που θα συνέτριβαν οποιαδήποτε ύπαρξη. Η επιστροφή πλέον είναι αδύνατη, και αρχίζει να το διαισθάνεται. 

Η Λότε αντιλαμβάνεται τη μεταστροφή του Βέρθερου, και αισθάνεται τη πίεση που σιγά-σιγά της ασκείται. Όσο και να προσπαθεί ο νέος να διατηρήσει μέσα του αυτόν τον συναισθηματικό τυφώνα, είναι αδύνατο να μην επηρεάζει την αγαπημένη του. Ο Άλμπερτ συνειδητοποιεί την όλη κατάσταση και οι σχέσεις των δύο αντρών παίρνουν τη κατηφόρα. 

Το τραγικό τέλος πλησιάζει, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την ύπαρξή του στον ορίζοντα. Η Λέτο το διαισθάνεται, αλλά δειλιάζει να κάνει κάτι. 

«Ουρανός, γη, ενεργές δυνάμεις που με περιβάλλουν, μέσα σ’ όλα αυτά δε βλέπω τίποτ’ άλλο παρά ένα τέρας που ολοένα καταβροχθίζει και ολοένα μηρυκάζει.»

Η έρημη ψυχή του αγνού Βέρθερου πλέον κατασπαράζεται μετά μανίας από τα σαγόνια του έρωτα, ο οποίος ως το πιο φρικιαστικό τέρας κάνει τη ζωή του αβάσταχτη. Μοναδική του λύτρωση είναι η καρδιά της αγαπημένης του, το μαγικό φιλί της και η υπέροχη αγκαλιά της – τα οποία ξέρει όμως πως δεν μπορεί να έχει. 

Ο νέος αποδέχεται τη μοίρα του και παίρνει την μεγάλη απόφαση – θα πεθάνει. Θα λυτρωθεί. Γράφει γράμμα στην αγαπημένη του, που θα το βρει όταν πλέον θα είναι νεκρός, και πάει να τη συναντήσει για τελευταία φορά.

«Τι άλλο είναι η μοίρα του ανθρώπου, αν όχι το να δέχεται όλα του τα δεινά και να πίνει ολόκληρο το ποτήρι του;»

Η σκηνή δεν είναι απλώς συγκλονιστική – είναι μεγαλειώδης. Έχουμε να κάνουμε με την πιο αληθινή και ουσιαστική ερωτική εξομολόγηση. Ο Βέρθερος διαβάζει ένα λογοτεχνικό αριστούργημα με θέμα τον θάνατο, προοικονομία του τι θα ακολουθήσει, και πέφτει στα πόδια της. Είναι πλέον δούλος της, προσκυνάει μπροστά όχι στον έρωτα, αλλά στον κόσμο ολόκληρο. Όλη η ουσία της ύπαρξής του έχει συγκεντρωθεί στα μαύρα μάτια της. Αυτή δεν αντέχει άλλο την αγωνία, τραβάει τα χέρια του στο στήθος της κι εκείνος την παίρνει στην αγκαλιά του. Τα χείλη τους για πρώτη φορά γνωρίζονται, ανταλλάσσουν με πάθος τον έρωτα, ενώ τα δάκρυα ξεπλένουν τις καρδιές τους. 

Η Λότε όμως τον απωθεί – του αρνείται για τελευταία φορά τον εαυτό της, και ταυτόχρονα το θεμελιώδες δικαίωμά του στη ζωή. Και, ύστερα, ο τραγικός Βέρθερος δίνει τέλος στα πάθη του με την αυτοκτονία. 

Ο έρωτας θριάμβευσε πάνω στο αγνό πτώμα του ανθρώπου που τόλμησε να του δοθεί ολοκληρωτικά. Παίρνει πίσω το αντάλλαγμα για το πιο έντονο συναίσθημα, την πιο ολοκληρωτική συγκινησιακή εμπειρία της ύπαρξης. 

Ο θάνατος εξαργυρώνει τον έρωτα. 

«Τι ‘ναι ο άνθρωπος, αυτός ο ημίθεος που τόσο παινεύουν; Μήπως του λείπουν οι δυνάμεις, την ώρα ακριβώς που του χρειάζονται περισσότερο; Κι όταν πετάει από χαρά, ή βυθίζεται στη θλίψη, δε συγκρατείται και στις δύο περιπτώσεις και δεν επαναφέρεται στην απάθεια και στην ψυχρή συνείδηση των πραγμάτων, ενώ αυτό που λαχταράει είναι να χαθεί στην πληρότητα της απεραντοσύνης;»

Βιογραφία Συγγραφέα

Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε ήταν γιος μιας ιδιαίτερα εύπορης οικογένειας. Διδάχτηκε κατ’ οίκον πάνω σε μια ευρεία σειρά θέματα, με έμφαση στους κλασικούς συγγραφείς και τις γλώσσες (λατινικά, ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά). Από μικρός εκδηλώνει κλίση προς τη λογοτεχνία και το θέατρο, κάτι που ενθαρρύνει η μητέρα του, ενώ αγαπάει με πάθος τη ζωγραφική. Αντιπαθεί ιδιαίτερα την Εκκλησία, την ιστορία της οποίας χαρακτήρισε «συνονθύλευμα πλανών και βίας». 

Σε ηλικία 16 ετών ξεκινά σπουδές Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, ενώ παράλληλα έκανε μαθήματα σχεδίου με τον Adam Oeser. Με αφορμή έναν άτυχο έρωτα, δημιουργεί το πρώτο του θεατρικό έργο το 1767. Ολοκληρώνει τις σπουδές της Νομικής το 1768 και από το 171 εξασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου. Σε ηλικία του 1774, σε ηλικία 25 ετών δημοσιεύει το έργο που του χάρισε την πανευρωπαϊκή αναγνώριση: Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, με το οποίο δημιουργεί το πρότυπο του ρομαντικού ήρωα.

Ο νεαρός Γκαίτε ήταν έρμαιο των συναισθημάτων του, όπως ανέφερε, σε τέτοιο βαθμό ώστε ανησυχούσε για την πνευματική ισορροπία του. Με το ποίημά του «Προμηθέας», όπου υποστήριξε ότι άνθρωπος πρέπει να πιστεύει στον εαυτό του κι όχι στους θεούς, γίνεται ο εκπρόσωπος ενός ολόκληρου κινήματος. Το 1775 επισκέπτεται τον Δούκα της Βαϊμάρης, Karl August, και αναλαμβάνει διαδοχικά διάφορα κυβερνητικά αξιώματα. Στην πόλη αυτή έζησε ως το θάνατό του.

Παράλληλα με τη λογοτεχνία και τη δραματουργία, μελέτησε φυσική, χημεία και ανατομία – ήταν αυτός ο οποίος, 70 χρόνια πριν από τον Δαρβίνο, διατύπωσε την θεωρία της ενότητας και της συνέχειας στη φύση, παρατηρώντας τις μορφολογικές ομοιότητες μεταξύ ειδών. Το δε 1784 ανακάλυψε την ύπαρξη του μη διακρινόμενου (λόγω της απώθησής του στο πρόσθιο τμήμα των άνω γνάθων και της συνοστέωσής του με αυτά) μεσογνάθιου οστού στον άνθρωπο. Η μελέτη της συγκριτικής ανατομίας τον οδήγησε να εισηγηθεί το 1790 ένα νέο κλάδο των επιστημών της φύσης, τη Μορφολογία. Σε μια πραγματεία του, το 1795, ορίζει τη Μορφολογία, ως «αυτοτελή επιστήμη και βοηθητική της Φυσιολογίας που πρέπει να περιλαμβάνει τη διδασκαλία περί της μορφής, σχηματισμού και μετασχηματισμού των οργανικών σωμάτων».

Τα χρόνια 1791 – 1817 διεύθυνε το Αυλικό Θέατρο της Βαϊμάρης. Το 1795 γνωρίζεται με τον Friedrich Schiller κι αναπτύσσουν μεταξύ τους μια βαθιά φιλία, που κράτησε ως το θάνατο του δεύτερου, το 1805. Ο Γκαίτε, το 1806 παντρεύτηκε τη Christiane Vulpius, με την οποία είχε ήδη από το 1789 ένα γιο, χρονιά κατά την οποία ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση, της οποίας υπήρξε θαυμαστής. Ο Φάουστ, το διασημότερο έργο του και το δημιούργημα μιας ολόκληρης ζωής, ολοκληρώθηκε ένα έτος πριν το θάνατο του, ενώ η αυτοβιογραφία του «Ποίηση και Αλήθεια», θεωρείται από τ’ αριστουργήματα του γερμανικού πεζού λόγου.

Πέθανε στις 22 Μαρτίου του 1832, μετά από μια ζωή κορυφαίας δημιουργίας. Ο τάφος του βρίσκεται στο ιστορικό κοιμητήριο της Βαϊμάρης.

Υ.Γ. Η βιογραφία πάρθηκε από το tvxs.gr 

One thought on “Τα παθη του νεαρου Βερθερου – Γιοχαν Βολφγκανγκ Γκαιτε

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s