Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ

                    

          «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά εμένα μ ‘αγαπούνε»

Η Σύρος ξέβρασε από τα σπλάχνα της τον πατέρα της ελληνικής, λαϊκής μουσικής. Το 1905.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης και οι ομότεχνοί του –μαθητές του οι περισσότεροι- δεν αυτοαποκαλούνταν,βέβαια, ρεμπέτες, ούτε βαπτίζανε τη μουσική τους ρεμπέτικο. Αυτοί ήταν οι λεγόμενοι μάγκες και τα τραγούδια τους τα λαϊκά.

Ο Μάρκος είχε δύο πάθη: τις γυναίκες και το χασίς. Είχε, όμως, και μια μεγάλη αγάπη: το μπουζούκι. Ήταν, βασικά, ο άνθρωπος που αντικατέστησε τα σαντουροβιολιά στις ορχήστρες με μπουζούκια και μπαγλαμάδες. Ακόμα και αν «το τζουκ μποξ νίκησε το μπουζούκι», κατά τον μικρότερο γιο του, τον Στέλιο, ο Μάρκος έβαλε την πρώτη λάσπη για να στερεωθεί το μέγα οικοδόμημα του σεκλετιού και του ντερτιού, όπως αυτά τα εκφράζουν τώρα οι μουσικοί με τα δάχτυλα και τα λαρύγγια τους, αλλά κι οι χορευτές με τις πλάτες και τα πόδια τους.

Έγραφε ολημερίς, συνδυάζοντας το γράψιμο με τις βαριές, σωματικές εργασίες που έπρεπε να κάνει για να βιοποριστεί αυτός κι η οικογένειά του, αλλά και οι γυναίκες του, νόμιμες και μη. Πάντα αλήτευε, μα πάντα εργαζόταν. «Για να ζήσει ο μάγκας όπως το ποθεί η ψυχή του, όφειλε και να βγάζει χρήμα, έστω τα στοιχειώδη».  Κάποτε, βέβαια, παρατούσε τη δουλειά και χωνόταν σε σπηλιές για να καπνίσει ή στεκόταν στα πεζοδρόμια να σημειώσει τα λόγια που του ανέβαζε η ψυχή του στα χείλη και να παρατηρήσει τους διαβάτες. Μα και φαντάρος που ήτανε, δεν έπαψε στιγμή να μαστουρώνει με τη δημιουργία. Νότες και λέξεις έπλεκαν σιγά σιγά όλα εκείνα τα τραγούδια που θα είχαν θέση μαθημάτων για τους μετέπειτα δημιουργούς.

Είναι δίκαιο να τον μνημονεύουμε τον Μάρκο κυρίως ως συνθέτη και αοιδό, ή ακόμα καλύτερα, ως ρεμπέτη, ως καλλιτέχνη της μουσικής. Αλλά ο Βαμβακάρης υπήρξε και ποιητής, των λέξεων μάστορας. « Μ’ αρέσαν τα γράμματα, η μουσική και τα λουλούδια» γράφει στην αυτοβιογραφία του ο Συριανοπειραιώτης ντερβισόμαγκας. Ήταν, ομολογείται, λακωνικός στην προφορική του έκφραση, μα τόσα πολλά ήταν αυτά που είχε να απευθύνει στο χαρτί.

vamba

Εκατοντάδες τραγούδια έγραψε, χωρίς απαραίτητα να τα ντύσει μουσικά ή να τα τραγουδήσει ο ίδιος. Με στίχους βγαλμένους από τη ζωή του, από τις εμπειρίες του μεροκάματου και του νυχτοκάματου, της συναναστροφής με μπάτσους, πόρνες, αφεντικά, ταβερνιάρηδες, ναρκομανείς, αλήτες και χαφιέδες. Οι δεκαετίες της δράσης του Μάρκου ( και κυρίως 1925-1945) ήταν γεμάτες ιστορία. Ήταν για την Ελλάδα δεκαετίες διαμόρφωσης συνηθειών κι αισθητικών τάσεων που καθορίζουν μέχρι και σήμερα τη ζωή μας. Δεκαετίες άφθονου υλικού για μυαλά και καρδιές σαν του Βαμβακάρη.

« Ο ουρανός κι η θάλασσα έχουν το ίδιο χρώμα/οι πλούσιοι κι οι φτωχοί θα μπουν στο ίδιο χώμα». Ιδού η κεντρική της ζωής του φιλοσοφία. Με άλλα λόγια, ζήσε την κάθε στιγμή, πίστευε, απόλαυσε τη φύση, τον έρωτα, τη μουσική. Λίγο θα κρατήσει.

Λεξιπλάστης έγινε για να υμνήσει τη γυναικεία ομορφιά, χιουμορίστας για να επιπλήξει τις κυβερνήσεις της μάσας, ρομαντικός για να συγκινήσει τις ευαίσθητες καρδιές, περιγραφικός για να αποδώσει πιστά τα βιώματά του. Οι στίχοι του ,συνήθως, σε άμεσο, πρώτο ή δεύτερο ενικό.

«Παλεύω κάθε μέρα μ’αγωνία/ σε τούτη δω την ψεύτικη ζωή/δεν την αντέχω πια την τυραννία/ας έσβηνα για πάντα ένα πρωί» . Αυτό εδώ το τετράστιχο έμελλε να αποτελέσει θεμέλιο λίθο για όλη σχεδόν τη μεταπολεμική στιχουργική που απευθυνόταν στον εργάτη και στον λαό, εν γένει. Το μοτίβο του «ψεύτη ντουνιά» και της «παλιοκοινωνίας» άρχισε από τα χρόνια του Μάρκου να αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ των προσωπικών πόνων του καθενός με τα προβλήματα μιας ολόκληρης πολιτείας, ενός κράτους, ίσως και μιας παγκόσμιας κοινωνίας. Γράφει ο Βαμβακάρης: «Το χρήμα και την εμορφιά ο Χάρος τα μαραίνει/σ’ αυτόν τον ψεύτικο ντουνιά μόνο η κακία μένει». Ρεαλιστής και μελαγχολικός ήτανε, μα όχι απαισιόδοξος, γιατί ο βίος του ως μουσικού που γύρναγε όλη την Ελλάδα για να τραγουδήσει τους νταλκαδιάρικους στίχους του, ήταν ικανός να άρει την εντύπωση του πεσιμισμού που ανέδιδαν πολλά πνευματικά παιδιά του.

vamba   «Τι μ’ ωφελούν οι άνοιξες κι οι ομορφιές του κόσμου» έλεγε, όμως, όταν έπεφτε στον έρωτα κάποιας μόρτισσας γελούσε και πάλι το χειλάκι του και μεράκλωνε, λες και ήταν η πρώτη φορά. «Σα μαγικό χορτάρι τ’ αφράτα της τα κάλλη, αχ μικροπαντρεμένη του Μάη ευωδιά» και «Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά/άσπρο πρόσωπο σαν κρίνος και στο μάγουλο ελιά» έγραφε κι έμοιαζαν τα λόγια του με ζωντανές ζωγραφιές. «Όπου πας κι όπου γυρίζεις, τριαντάφυλλα μυρίζεις, έχεις μέση δαχτυλίδι, μαύρο μάτι, μαύρο φρύδι».  Λαμπαδόχυτες, αφρατούλες, γαϊτανοφρύδες και αραποματούσες,με μαλλιά ξανθά και χέρια λευκά, τόσες και τόσες γυναίκες περάσαν από το κορμί και τα τεφτέρια του Μάρκου. Πειραιώτισες, Καλλιθεώτισσες, Πολίτισσες, Βαλκάνιες και νησιωτάκια, όλες τις είχε περιλάβει η ερωτική έμπνευση του Πατριάρχη. Κι  όλοι οι μερακλήδες , βέβαια, χορεύουμε μια ζωή το «βαρύ χασάπικο», τη Φραγκοσυριανή, και φουντώνει η καρδιά μας ξανά και ξανά με την ίδια δύναμη στη φλόγα. Πάντα, άλλωστε, τα ερωτικά τραγούδια βαστούν ασύγκριτη διαχρονικότητα.

Ο Μάρκος δεν υμνούσε μονάχα τις γυναίκες, μα τις κατηγορούσε κιόλας, που τον οδηγούσαν με τα πείσματά τους στη μέθη, στα ξοδέματα, στα ρεζιλίκια στους άλλους μάγκες και σε διάφορα άλλα δεινά. Παντελονάτος και μπεσαλής, ο Βαμβακάρης έγραφε: « Σκύλα, μ’ έκανες και λιώνω μες στην Κοκκινιά με πόνο», «Κάτσε φρόνιμα, Μαρίκα/τι μπελά με σένα βρήκα»,  «Το μεροδούλι θα το πιω κι απόψε στην υγειά σου», «Φεύγεις κι έχω μείνει μοναχός μου/ κι έχω την κατακραυγή του κόσμου». Ποιος άλλος άντρας, άραγε, σε μια τέτοια κοινωνία θα τολμούσε να βγάλει στη φόρα την αλήθεια της ψυχής του; Να ομολογήσει ότι είναι θύμα κάποιας γυναίκας; Θέλει θάρρος.

Στίχοι σπουδαίοι γραφτήκανε από το λαμπρό του χέρι και για την καθημερινότητα του μάγκα. Οι τεκέδες, οι παρέες, τα χασίσια τα φίνα από τας Ανατολάς και οι ατέλειωτες νύχτες στα πάλκα με τα όργανα να τραγουδάνε τα μεράκια βρήκαν τη θέση που τους άξιζε στα γραπτά του Μάρκου. Ο Βαμβακάρης είχε φίλους, ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και φρόντιζε να το γράφει, εν είδει ευγνωμοσύνης. Παραθέτω το αποκαλυπτικό της πραγματικότητας τραγούδι του «Όλο με κοιτούνε»

Όταν μπαίνω όλο με κοιτούνε/κι όπου κάτσω με κερνούνε/στον τεκέ και στην ταβέρνα/νταλκαδιάζουνε με μένα.

Κάτσε, Μάρκο, μού φωνάζουν/ή στα μάτια με κοιτάζουν/κι όσοι έχουνε σεβντάδες /γω τους βάζω σε νταλκάδες.

Βάζω το κεφάλι κάτω/το ποτήρι μου γεμάτο/αργιλές, κρασί και μπύρα/γεια σου, Μάρκο, από τη Σύρα.

Κι έτσι όλοι πια μου λένε/μερικούς κάνω και κλαίνε/σα χτυπώ διπλοπενιές που ραΐζουνε καρδιές.

Έτσι ήτανε. Στη υγεία του πίναν το κρασί οι βλάμηδες και χορεύανε στα πάλκα. Τα πρωινά πηγαίνανε να τον βρουν και να μάθουν πέντε πράγματα από αυτόν. Πάντα καταδεκτικός ο Μάρκος, πάντα να βοηθήσει, γιατί δεν του άρεσε η δόξα, η μουσική τού άρεσε.  «Όμως το έχω παράπονο που ύστερα από τόσα και τόσα, κατάντησα να μην ημπορώ να δουλέψω στην Αθήνα. Δεν μ’ έπαιρνε κανένας τους από αυτούς που εδίδαξα και που τους είχα μαζί μου. Τέλος πάντων, υπόφερα πάρα πολλά. Ξεφτέλισες, εφίλησα κατουρημένες ποδιές από αυτούς που άλλη φορά εγώ τους είχα κοντά μου και τώρα όλοι αυτοί είναι σήμερα εκατομμυριούχοι.» Αυτά είναι τα πικραμένα λόγια του μεγάλου μαέστρου στην αυτοβιογραφία του, λίγα χρόνια προτού αποθάνει. Φαίνεται ότι από παλιά ίσχυε πως τα δέντρα που είναι γεμάτα καλό καρπό, τα πετροβολούν ακόμα και αυτοί που ταϊστήκανε από δαύτα.

Ο Μάρκος ήταν άνθρωπος απλός, με τα προβλήματά του, τις μικροχαρές του, τα πάθη του, όπως όλοι μας. Μέχρι τέλους, έτσι έμεινε. Λάτρεψε ένα πράγμα στη ζωή του, το μπουζούκι, και τόσο πολύ το λάτρεψε που το έφερε εδώ που το έφερε στην Ελλάδα και στον κόσμο: όλες οι καρδιές να λιώνουν όταν το ακούνε και να βάζει κάτω το μικρό αυτό έγχορδο ορχήστρες ολάκερες. « Παίξε, μπουζούκι μου τρελλά/τις πιο γλυκειές πενιές σου/να μάθει ο κόσμος κι ο ντουνιάς/τις τόσες ομορφιές σου»  Έτσι γράφει ο Μάρκος στο τραγούδι του «Το μπουζούκι στο Παρίσι», απευθυνόμενος απευθείας στον καλύτερό του φίλο, τ’ όργανο τούτο το μαγεμένο, αυτό το «ιερό πράμα». «Μπουζούκι, γλέντι του ντουνιά, που γλένταγες τους μάγκες/ κι οι πλούσιοι σου κάνανε, μπουζούκι μου, μεγάλες ματσαράγκες.»

Με γλώσσα δρομαία, κατανοητή σε όλους τους ανθρώπους, ξεριζωμένη γράμμα γράμμα από την καρδιά του, ο Μάρκος έφτιαχνε καθημερινά την δική του ποίηση, κόντρα στην επικρατούσα στα επίσημα κείμενα καθαρεύουσα. Ζούσε τη ζωή του στο έπακρον, χωρίς να επηρεάζεται από τη φτώχεια. Έβγαινε, γλεντούσε, πονούσε μαζί με κάθε ξενύχτισσα ψυχή. Κι όταν έβγαλε χρήμα, βοηθούσε τους πεινασμένους. Ποτέ δεν κατέδωσε συμπολίτες του, ούτε ακόμα κι όταν η Γκεστάπο τον πίεσε «ευγενικά» να το κάνει. Δεν ήταν δυνατό όλη αυτή η ταραχώδης ζωή, σε σώμα και σε πνεύμα, να μη γίνει τέχνη. Κι έγινε μια τέχνη απλοϊκή, ταξίδεψε από στόμα σε στόμα, από μπουζούκι σε μπουζούκι, κι από καφενείο σε καφενείο. Μια τέχνη που έχει πάρει τις πρώτες ύλες της από τη λάσπη και το ένστικτο, κάποτε όμως ανεβαίνει ψηλά και αγγελιάζει, κάνοντας Θεό κι αγγέλους να ρίχνουν γυροβολιές.

Ο  Μάρκος Βαμβακάρης έφυγε  σε ηλικία 66 ετών το 1972. Και η σπουδαία ποίησή του τραγουδιέται και θα τραγουδιέται στους αιώνες, θυμίζοντας την ομορφιά της ρίζας μας, αυτή τη μυρωμένη ρίζα που επόμενοι, σπουδαίοι τεχνίτες της νότας και της συλλαβής πήραν και φτιάξανε δέντρο ολάνθιστο.

Κείμενο της Γεωργίας Δρακάκη.

Πηγές:

  1. Μάρκος Βαμβακάρης, αυτοβιογραφία-της Αγγελικής Βέλλου-Καϊλ
  2. Μαύρα μάτια, ο Μάρκος Βαμβακάρης και η αυριανή κοινωνία στα χρόνια 1905-1920-του Μάνου Ελευθερίου
  3. Το link, πάνω στους στίχους, οδηγεί απευθείας στο youtube ,που μπορείτε να ακούσετε το  τραγούδι ολόκληρο,

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s