Ο Αμιλητος Πριγκιπας

Ευχαριστούμε τον Amadeus Arenas για το κείμενο-διήγημα που μοιράστηκε μαζί μας. Μία περιήγηση σε μία χώρα μακρινή και σκοτεινή, ξεχασμένη από τη δικαιοσύνη και βυθισμένη στη καταπίεση. Ένα μέρος όπου τα σώματα ασφαλείας εξοντώνουν τους “άγριους”, τους αθώους και τους απλούς. Ένα Βιετνάμ που η ελευθερία είναι πιο πολύτιμη από το οξυγόνο και το φως της ελπίδας περισσότερο αναγκαίο από τις ακτίνες του ήλιου.


Το πιο παράξενο απ’ όλα ήταν το γεγονός ότι δεν είχε επιστρέψει ο επισκέπτης. Το όνομα του ήταν Λε Νγκουιέν Το. Στο Βιετνάμ δεν έβγαιναν μετά τις εννιά το βράδυ από το σπίτι, πόσο μάλλον εκείνη τη περίοδο που οι αποικιοκράτες δέσποζαν παντού σαν ιέρειες. Είχε φτάσει στο Ανόι από το Νγκε Αν, μακρινός συγγενής του άντρα της οικογένειας που του παρείχε φιλοξενία, με το πρόσχημα να δοκιμάσει τη τύχη του στο πανεπιστήμιο. Η αλήθεια είναι πως εκείνη την εποχή μόνον οι ευκατάστατοι είχαν δικαίωμα στην εκπαίδευση, οι γόνοι των μανδαρίνων του παλαιού καθεστώτος, που όταν το σκέφτονταν ο συγγενής του έξυνε το κεφάλι του. «Για ποιόν λόγο επιθυμείς να σπουδάσεις, αφού ο πατέρας σου μπορεί να σου παράσχει τα πάντα; Μην ζορίζεσαι. Η ζωή δεν είναι εύκολη. Ακόμα και τώρα με τους ξένους η ζωή για κάποιον σαν εσένα μπορεί να είναι πολύ εύκολη. Έχεις τα μέσα, θα βρεις και μια καλή νύφη να φτιάξετε ένα σπιτικό απ’ το οποίοι δεν θα λείψει ποτέ τίποτε, τα παιδιά σου θα είναι αγόρια, τι τα θες;». Αυτά του είπε στο πρώτο δείπνο όταν η οικογένεια του τον καλωσόρισε, νιώθοντας μάλιστα εξαιρετικά περήφανη από τον επισκέπτη. Παρόλο που ήταν μακρινός συγγενής, το επόμενο πρωί όλοι στη γειτονιά θα μάθαιναν ότι στο σπίτι τους έμενε γιος υψηλόβαθμου διοικητικού υπαλλήλου.

Ο πατέρας της οικογένειας τον περίμενε μέχρι αργά. Τα παιδιά είχαν από ώρα πάει για ύπνο και τώρα δα έστειλε και τη γυναίκα του. Η νύχτα ήταν υγρή, από εκείνες τις αποπνικτικές νύχτες του τροπικού που νιώθεις τα πάντα να κολλούν πάνω σου, μέχρι και το δέρμα. Πριν βγει δεν τον ρώτησε που είχε σκοπό να πάει. Το θεώρησε αδιακρισία, πόσο μάλλον για έναν τόσο υψηλό προσκεκλημένο μόλις είκοσι ετών. Σκεπτόμενος ότι αν συνέβαινε το παραμικρό στον Λε ο πατέρας του δε θα του το συγχωρούσε ποτέ, βγήκε στην αυλή, πήρε το ποδήλατο και τράβηξε για το κέντρο της πόλης. Ήταν το μοναδικό μέρος που θα μπορούσε να βρει κάτι ανοιχτό. Φορώντας υφασμάτινο παντελόνι, πέδιλα και ένα λευκό φανελάκι, ένιωθε τον υγρό αέρα να τον δροσίζει ελάχιστα. Το ένστικτο του τον οδηγούσε στο καταγώγι του Ντιέν Ντουκ, που μόνο καταγώγι δεν ήταν απλά του άρεσε να το αποκαλεί κατ’ αυτό τον τρόπο. Σταμάτησε με το ποδήλατο λίγο πιο πέρα απ’ το μαγαζί για να μην κινήσει τις υποψίες με τη φτωχική του καταβολή, έκανε νόημα κουνώντας το δάχτυλο σε έναν καλοντυμένο νέο που εκτελούσε χρέη δεύτερου οικοδεσπότη, του έδωσε φιλοδώρημα και του ζήτησε να ψάξει μέσα στο μαγαζί αν ήταν ο συγκεκριμένος νεαρός. Ο χώρος ήταν ένα νυχτερινό μαγαζί στα πλαίσια των ευρωπαϊκών λεσχών, που μαζεύονταν οι Γάλλοι αξιωματούχοι για να διασκεδάσουν με τη συνοδεία όμορφων γυναικών. Περίμενε είκοσι λεπτά ώσπου στο τέλος ο νεαρός εμφανίστηκε. Του δήλωσε πως δεν τον είδε, αλλά κάπου πήρε το αυτί του ότι πριν από μισή ώρα μια παρέα νέων ξεκίνησε για τον πύργο της σημαίας. «Τι παράξενο, τι μπορεί να ψάχνει εκεί πέρα; Λες να ‘χει αγαπητικιά και να προσπαθεί να γλυτώσει απ’ το να το μάθει ο πατέρας του; Αν είναι έτσι γιατί μου είπε “μια παρέα νέων” κι όχι μόνος του για να καταλάβω;». Πήρε το ποδήλατο, βγήκε στον δρόμο που διέσχιζε τις δυο κεντρικές λίμνες της πόλης και οδηγήθηκε στο παλάτι. Από εκεί έφθασε γρήγορα απέναντι από τον πύργο. Σκοτάδι βαθύ. Απέφυγε να κουνήσει τη σκουριασμένη πόρτα για να μην κάνει θόρυβο και μπήκε μέσα. Κάτω από τον πύργο διέκρινε μια ομάδα νεαρών που έτρεχαν γρήγορα κρατώντας φανοστάτες. Τους πλησίασε. Μαζί τους ήταν ο Λε. Τη στιγμή που πήγε να του κάνει νόημα να επιστρέψει στο σπίτι, ένας Γάλλος στρατιώτης που φρουρούσε το χώρο, μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία των νέων φώναξε να σταματήσουν στα γαλλικά. Οι νέοι δεν τον άκουγαν. Πήγαιναν κατά πάνω του κρατώντας μαχαίρια. Ένας μάλιστα τον πυροβόλησε και τον σκότωσε. Οι ανώτεροι του άκουσαν τον πυροβολισμό κι αμέσως έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει. Έφτασαν τη στιγμή που ο Λε έπεφτε νεκρός απ’ τα ξένα πυρά στη προσπάθεια του να ξεκρεμάσει την αποικιοκρατική σημαία και να βάλει τη δική τους. Το σώμα του έσκασε σαν καρύδα στο έδαφος. Μόνο το κεφάλι του δεν έσπασε. Πήγε κοντά του, βάσταξε το κεφάλι με το χέρι του κι άκουσε να του λέει «η ελευθερία είναι για όσους την αντέχουν. Εγώ τώρα είμαι λεύτερος». Κοίταξε ψηλά και κατάλαβε τι εννοούσε. Η σημαία της πατρίδος του κυμάτιζε στο νυχτερινό ουρανό. Το χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στα ξεψυχισμένα χείλη του Λε. Από το στόμα του έρεε αίμα.

Οι υπόλοιποι πιάστηκαν και βασανίστηκαν οικτρά. Δυο από αυτούς μέχρι θανάτου. Οι μανάδες τους ήταν απ’ έξω παρακαλώντας τους βιετναμέζους φρουρούς να σώσουν τους γιους τους, μα η εξουσία δε γνωρίζει συμπαραστάτες. Από μέσα ακούγονταν πεντακάθαρα τα βογκητά των παιδιών τους. Το επόμενο πρωί διάβασε στην εφημερίδα για το περιστατικό. Καταγράφονταν ως μια σημαντική νίκη των σωμάτων κατοχής, απέναντι στους «άγριους» που δεν επιθυμούσαν τον εκδημοκρατισμό τους. Σφίχτηκε η καρδιά του. Αμέσως θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια. Πόσο χαρούμενα έπαιζαν εκεί όπου γεννήθηκε λίγο έξω απ’ το Ανόι. Πόσο ευτυχισμένοι ήταν άραγε; Χρειάζονταν η λευκή παρέμβαση για να τους μάθουν να συνεχίζουν διαφορετικά τις ζωές τους; Ο πατέρας του τα ίδια πράγματα έκανε. Δούλευε στο χωράφι και πουλούσε στην αγορά τον καρπό. Με τον ίδιο τρόπο ζούσε κι αυτός την οικογένεια του. Τι θα άλλαζε τώρα; Θα ήταν πιο ευτυχισμένοι; Αφού η γη ήταν ίδια και τότε. Τον άλλο μήνα διάβασε για τον πατέρα του Λε.

«Ο Βαν Νγκουιέν Χο, αυτοκρατορικός διοικητής της περιοχής Ζια Λαμ και πρώην δάσκαλος, θερμός μελετητής του κομφουκιανισμού από νεαρή ηλικία, κρίθηκε ένοχος από τη γαλλική διοίκηση για υποκίνηση εθνικιστικών δραστηριοτήτων. Το δικαστήριο τον παρέπεμψε από τη θέση του με τη κατηγορία της κατάχρησης εξουσίας και τον καταδίκασε σε καταναγκαστικά έργα είκοσι ετών προς παραδειγματισμό και αναμόρφωση υπέρ του δημοκρατικού ιδεώδους και της προάσπισης των δικαιωμάτων του πολίτη».

Εκείνο το πρωί ο ήλιος έλαμπε ψηλά, πάνω από μια θολούρα τροπικού που θάμπωνε την ατμόσφαιρα. Έκλεισε την εφημερίδα και πήγε να ξυπνήσει τα παιδιά του. Ευχήθηκε γι’ αυτά να ζήσουν κάποια μέρα όπως ονειρευόταν ο Λε.

Amadeus Arenas

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s